Μερικές φορές, το να μην πεις τίποτα βοηθάει περισσότερο.

Μερικές φορές, το να μην πεις τίποτα βοηθάει περισσότερο | Milk and Chaos

Υπάρχουν κάποια λόγια που θα πεις, κάποια που δεν θα πεις και άλλα που θα πεις ναι μεν αλλά με τον εντελώς λάθος τρόπο, που σημαίνει ότι ακόμα κι αν τα είπες με όλη σου την (καλή) καρδιά, καλύτερα να μην είχες πει τίποτα.


Είχα μία συνάδελφο που όταν έμαθε ότι ο σύντροφός μου είχε ξεκινήσει να δίνει τη μάχη του με τον καρκίνο, ήρθε με όλη της την καλή διάθεση και μου είπε – αυτολεξεί: “Ξέρεις τι χρειάζεσαι; Ρέικι!”. Εννοείται πως έμεινα να την κοιτάζω σαν μαλάκας για αρκετά δευτερόλεπτα, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω τι είχα μόλις ακούσει, γιατί – μεταξύ μας – το τελευταίο πράγμα που πραγματικά χρειαζόμουν εκείνη τη στιγμή ήταν το ρέικι.

Το πρότεινε με κακή πρόθεση; Όχι βέβαια! Βαθιά μέσα μου – εντάξει, πολύ βαθιά – είμαι σίγουρη ακόμα και σήμερα ότι όντως ήθελε να βοηθήσει. Ποιος ξέρει, μπορεί και να το είχε δοκιμάσει σαν λύση σε αντίστοιχης βαρύτητας κατάσταση και να είχε πετύχει, αλλά σε μένα ακούστηκε σαν να μου έλεγε “έλα να το κάνω μάκια να περάσει” και όλοι ξέρουμε ότι, δυστυχώς, τα ενήλικα προβλήματα δεν περνούν με ένα φιλί στο σημείο που πονάει.

Για να μην το παίζω κι έξυπνη, κι εγώ έχω πει χοντράδες στην προσπάθειά μου να συμπαρασταθώ σε κάποιον. Νομίζω θα μείνει αξέχαστο το “μην ανησυχείς, όλα περνάνε” που είπε σε μία συμφοιτήτριά μου που μου είχε εκμυστηρευτεί ότι μόλις είχε διαγνωστεί με σκλήρυνση κατά πλάκας, που δεν είχα ιδέα τι ήταν όταν ήμουν 20 χρονών και δεν ασχολήθηκα καν να μάθω πριν αμολήσω τη μαλακιάρα μου. Και σαν μην έφτανε αυτό, της έκανα και πατ-πατ στην πλατούλα.

Αυτές οι χοντράδες, όμως, μ’ έμαθαν ν’ ακούω, να είμαι εκεί, παρούσα όταν κάποιος περνάει κάποιο ζόρι και μου το εμπιστεύεται. Δεν είναι πάντα απαραίτητο να ανοίγουμε το στόμα μας, ειδικά όταν δεν ξέρουμε πως να διαχειριστούμε μία κατάσταση. Δεν είναι ντροπή να βρισκόμαστε σε αμηχανία, να μην ξέρουμε τι να απαντήσουμε, πως να χειριστούμε μία πληροφορία που δεν αγγίζει τη δική μα τη ζωή αλλά μπορεί να γκρεμίζει τη ζωή του άλλου. Τι να κάνουμε, δεν έχουμε όλοι ανεπτυγμένη τη συναισθηματική νοημοσύνη, το ταλέντο να νοιώθουμε τον άλλον και να του συμπαραστεκόμαστε όπως θα χρειαζόταν.

Να σου πω όμως κάτι; Δεν χρειάζεται κιόλας. Μπορούμε απλά ν’ ακούσουμε, ακόμα κι όταν δεν μπορούμε να δώσουμε κάποια λύση. Να είμαστε διαθέσιμοι, είναι κι αυτό από μόνο του μια μεγάλη βοήθεια. Δεν χρειάζεται να το παίζουμε έξυπνοι για να νιώθουμε ήσυχοι με τη συνείδησή μας ότι κάπως βοηθήσαμε. Γιατί – μάντεψε: δεν βοηθήσαμε.

Τώρα, μπορεί να σκέφτεσαι από μέσα σου καλά, πόσο μπιτς είσαι ρε φιλενάδα; Το θέμα είναι να θέλεις να βοηθήσεις, όσο άγαρμπα κι αν το κάνεις. Λοιπόν, σου έχω νέα: όχι. Δεν αρκεί μόνο να θέλεις να βοηθήσεις, αλλά και να μπορείς. Όταν αμολάμε τέτοιες κλισεδιές “θα περάσουν όλα”, “υπομονή και όλα θα πάνε καλά”, “έλα, υπάρχουν και χειρότερα”, δεν το κάνουμε για να βοηθήσουμε αλλά για να νοιώσουμε ότι βοηθάμε. Για να μην έχουμε τύψεις ότι δεν προσπαθήσαμε, να έχουμε κάτι που θα μας κάνει περήφανους για την ενσυναίσθησή μας, την σούπερ ικανότητά μας να βοηθάμε τον κόσμο, τη χρυσή κονκάρδα του καλού χριστιανού καρφωμένη στο πέτο μας. Τόσο εγωιστές είμαστε, και τόσο μαλάκας υπήρξα όταν είπα σ’ εκείνη τη συμφοιτήτριά μου ότι η σκλήρυνση κατά πλάκας θα περάσει όπως περνάει ένα συνάχι. Δεν ασχολήθηκα να μάθω τι είναι αυτή η ασθένεια και πόσο μπορεί να επηρεάσει τη ζωή κάποιου.

Όταν θέλουμε να παρηγορήσουμε ή δώσουμε κουράγιο σε κάποιον, υπάρχουν τόσα πολλά πράγμα να του πούμε. Όχι, όμως, λόγια που θα κάνουν εμάς να νοιώσουμε περήφανοι ταΐζοντας την ψευδαίσθησή μας ότι βοηθήσαμε έναν συνάνθρωπο. Τελικά, έτσι όπως το βλέπω τώρα, έχοντας ξεπεράσει πια τη μέση του προσδόκιμου ζωής, η πιο σημαντική βοήθεια που ίσως μπορέσουμε να δώσουμε – πέρα από τον να ακούσουμε τον άλλον πραγματικά προσεκτικά – είναι κάνοντας μία πολύ απλή ερώτηση: πως μπορώ να σε βοηθήσω;