
Στις 5 Δεκεμβρίου του 1976, η Joan Didion δημοσιεύει στους New York Times ένα άρθρο με τίτλο “Why I write”, βασισμένο στην ομιλία που είχε δώσει λίγο καιρό πριν στο Berkeley. Σ’ αυτό το άρθρο υπάρχει μία φράση που για πολύ καιρό υπήρξε το motto μου:
“I write entirely to find out what I’m thinking, what I’m looking at, what I see and what it means.”
Joan Didion
Το γράψιμο, σε όποια μορφή – ημερολόγιο, καταγραφή γεγονότων, συγγραφή άρθρων – είναι το μέσο για να παρατηρήσει κανείς τον κόσμο, να σχολιάσει τα γεγονότα — αντικειμενικά αλλά κυρίως υποκειμενικά — και να καταλάβει τι σημαίνουν για τον ίδιο. Nα τα αξιολογήσει, να τα κατανοήσει και τελικά να φτάσει στο συμπέρασμα πώς αυτά επηρεάζουν – και που οδηγούν – τη ζωή του.
Η καταγραφή είναι αντικειμενική - ο σχολιασμός και ο τρόπος που τα κατανοούμε, υποκειμενικός.
Δεν έχουμε γεννηθεί όλοι συγγραφείς – εγώ, δηλαδή, γιατί εσύ που διαβάζεις αυτό το κείμενο μπορεί και να είσαι – τίποτα, όμως, δεν μπορεί να εμποδίσει κι εμάς τους ερασιτέχνες ή τους λιγότερο ταλαντούχους να γράφουμε για τη δική μας ευχαρίστηση. Να κρατάμε ημερολόγιο, να καταγράφουμε τις σκέψεις μας, τους φόβους και τα όνειρά μας ή οτιδήποτε άλλο μπορεί να γεννήσει το μυαλό μας. Κυρίως γιατί είναι θεραπευτικό και άκρως αποκαλυπτικό. Ποτέ δεν ξέρουμε ποιο σύμπαν θα μας αποκαλυφθεί γράφοντας. Τι θα μάθουμε για τον κόσμο και τον εαυτό μας. Τι είμαστε διατεθειμένοι να μοιραστούμε, ανώνυμα ή όχι, όχι μόνο με κάποια ζευγάρια μάτια εκεί έξω, αλλά με τον ίδιο μας τον εαυτό. Πάντως το σίγουρο είναι ότι μπορεί να γράφουμε κυρίως για εμάς αλλά τα δημοσιεύουμε για τη ματαιοδοξία που μας χαρακτηρίζει.
Σε 5-10 χρόνια ή περισσότερο, αυτά τα τόσο αδέξια και ενίοτε ασύντακτα και ανορθόγραφα κείμενά μας – τις περισσότερες φορές χωρίς καν αρχή, μέση και τέλος – θα μας ανοίξουν ένα παράθυρο στη μνήμη, όχι μόνο της ιστορίας αλλά και του εαυτού μας. Μπορεί ν’ ανακαλύψουμε ότι τότε είχαμε διαφορετικές ιδέες, μια άλλη οπτική γωνία που μας έκανε να βλέπουμε τα πράγματα διαφορετικά, μπορεί να γράφαμε αλλιώς το “α” και το “σ”, μπορεί να μας άρεσε να γράφουμε με πένα ή με μολύβι: το χειρόγραφο είναι ο μεγαλύτερος μάρτυρας και φύλακας της μνήμης μας. Γινόμαστε θεματοφύλακες της εξέλιξής μας, των αναμνήσεών μας που μπορεί να μην κατάφεραν να αντέξουν στο πέρασμα του χρόνου, αλλά τότε μας φάνηκαν τόσο σημαντικές ώστε νιώσαμε την ανάγκη να τις καταγράψουμε.
Γιατί γράφω; Για όλα τα παραπάνω και για να αδειάζω το κεφάλι μου από σκέψεις και γεγονότα. Για να δημιουργώ χώρο για νέες εμπειρίες και μνήμες. Και κάπως έτσι, να συνεχίσω να πλέω — σ’ αυτόν τον αχανή ωκεανό πληροφορίας που γενούν οι νευρώνες του εγκεφάλου μου— για όσο τα πανιά μου είναι γερά.
Προσωπικά, λίγο με απασχολεί πόσοι και ποιοι με διαβάζουν, αλλά εσύ ο ένας που έπεσες σ’ αυτό το κείμενο μέσα στο ιντερνετικό χάος, να ξέρεις ότι το γράψιμο είναι το coping mechanism μου, ο τρόπος που έχω για ν’ ανοίγω κάπως τη βαλβίδα και να εκτονώνεται η πίεση της ζωής, των γεγονότων, της ασταμάτητης ροής των σκέψεων, των αλλαγών και τελικά του εαυτού μου που προσαρμόζεται συνεχώς για να επιβιώσει.