
Είναι κάποια βιβλία που μένουν μαζί σου για πάντα. Δεν έχει σημασία πόσος χρόνος έχει περάσει ή πόσες λεπτομέρειες έχουν ξεθωριάσει. Αυτό που παραμένει ακλόνητο είναι το πως σε έκαναν να νιώσεις, κι αυτό βρίσκεται πάντα εκεί, έτοιμο να βγει στην επιφάνεια με την παραμικρή αφορμή. Και συνήθως όταν συμβαίνει αυτό, παίρνεις το βιβλίο στα χέρια σου να το ξαναδιαβάσεις και να θυμηθείς. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι και το “Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα” του Antonio Tabucchi.
Η πρώτη φορά που διάβασα τον Περέιρα ήταν αρχές της δεκαετίας του 2000. Η δεύτερη ήταν σχεδόν 25 χρόνια μετά. Η αφορμή να το ξαναδιαβάσω ήταν μια επανέκδοση που πέτυχα στον Feltrinelli της Bologna. Δεν είναι εντυπωσιακό πως λειτουργεί η μνήμη κάποιες φορές; Με το που είδα το εξώφυλλο και τον τίτλο του βιβλίου πάνω στον πάγκο, μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου μεταφέρθηκα στην Πορτογαλία του Σαλαζάρ, στο δωμάτιο του Περέιρα με τα παλιά έπιπλα και τη φωτογραφία της γυναίκας του, στο καφέ που μύριζε λεμονάδα και ομελέττα με μυρωδικά, στη ζέστη που έκανε στη Λισαβώνα το καλοκαίρι του ‘38. Όπως καταλαβαίνεις, το να το ξαναπιάσω στα χέρια μου με το που επέστρεψα, ήταν μονόδρομος. Ένα σχεδόν προ τετελεσμένο γεγονός.
Ο Περέιρα, λοιπόν, αυτός ο παροπλισμένος δημοσιογράφος που πλέον γράφει ανώδυνα άρθρα σε μια δευτεροκλασάτη εφημερίδα της Λισαβώνας, τρέμει μην πεθάνει, να μην τον προδώσει η ασθενική καρδιά του αλλά και να μην έρθει σε καμία σύγκρουση με το καθεστώς. Αυτός ο μεσήλικας άνδρας που ανέχεται τη λογοκρισία γιατί δεν έχει ασχοληθεί να μάθει το βάθος της, αυτός ο άνθρωπος αυτός που έλεγε και η Ρίτα, ξαφνικά “υιοθετεί” τον γιο που δεν είχε ποτέ, τον επαναστάτη που δεν υπήρξε ποτέ, τον νεαρό Μοντέιρο Ρόσι που του ανοίγει τα ματιά και τον οδηγεί στην πιο επαναστατική πράξη όλης του της ζωής χωρίς να υπολογίζει το κόστος – και χωρίς να το μαθαίνουμε κι εμείς ποτέ. Ή μήπως όχι;
Μετά από 25 χρόνια, το τέλος του βιβλίου μου φάνηκε κάπως διαφορετικό. Εκεί που μου είχε δημιουργηθεί η αίσθηση την πρώτη φορά ότι μπορείς να φανταστείς ό,τι θέλεις για τη ζωή του Περέιρα αφού κλείσεις το βιβλίο, μετά τη δεύτερη ανάγνωση τα πράγματα ήταν λίγο πιο ξεκάθαρα. Τον Περέιρα τον έπιασαν, δεν πρόλαβε να φύγει, και σ’ όλο το βιβλίο διαβάζεις την κατάθεσή του. Αυτό το επαναλαμβανόμενο “έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα” κάθε τρεις και λίγο, τελικά δεν είναι εκεί για να δώσει απλά ρυθμό στην αφήγηση. Το έχει σπείρει ο Ταμπούκι τόσο ύπουλα, που μόνο αφού κλείσεις το βιβλίο για δεύτερη φορά καταλαβαίνεις ότι ήρθε η ώρα να το θερίσεις.
Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα, γιατί δεν τη γλίτωσε. Γιατί πήρε το ρίσκο της δημοσίευσης του Ρόσι, και τελικά έπεσε στα χέρια του καθεστώτος. Και ήταν προετοιμασμένος γι’ αυτό. Είχε γίνει επαναστάτης, σαν την τελευταία πράξη μιας άχρωμης ζωής. Παίρνει θέση. Τιμά τους επαναστάτες. Ανοίγει μια χαραμάδα ελευθερίας, όπως πρέπει να κάνει ένας δημοσιογράφος, ένας πολίτης και στην τελική ένα άνθρωπος. Δημοσιοποιεί την καταγγελία του Ρόσι, το έγκλημα, ρίχνει τη “βόμβα” που ετοιμάζεται να σκάσει στον αναγνώστη της εφημερίδας που έχει για σημαία της – τη βεβαιωμένη πλέον και από τον ίδιο – λογοκρισία, τη συνειδητή στήριξη του καθεστώτος, την ίδια την ανελευθερία.
Ο Περέιρα είναι ο ήρωάς μου για το 2025. Μια (ακόμα χρονιά) με πολιτικά σκάνδαλα, με συγκαλύψεις εγκλημάτων, με τη λογοκρισία σε κοινή θέα πια, με τη γενοκτονία που συντελείται στη Γάζα. Ο Περέιρα θα είναι πάντα επίκαιρος, όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσα βιβλία κι αν διαβάσουμε, όσες μαρτυρίες κι αν ακούσουμε. Όχι γιατί νίκησε, αλλά γιατί διάλεξε να μην σωπάσει. Μήπως αυτό είναι και το μόνο που μας μένει; Να βρούμε τελικά όλοι τον Περέιρα που κρύβουμε μέσα μας;