Bologna, σ’ ερωτεύτηκα με την πρώτη μπουκιά tortellini (not).

Bologna, σ’ ερωτεύτηκα με την πρώτη μπουκιά tortellini (not)

Δεν ξέρω αν γίνεται να μισήσεις ένα ταξίδι σε μια πόλη που λάτρεψες. Αλλά στην Bologna, το έμαθα κι αυτό.

Κατά πρώτον, δεν έφαγα tortellini παρά μόνο κάτι τηγανητές μαλακιάρες που μου πήρε 2 μέρες να χωνέψω. Έκανε ζέστη, υγρασία και υπερβολική στεναχώρια για ν’ απολαύσω ένα πιάτο χειροποίητα tortellini βγαλμένα κατ’ ευθείαν από τον Παράδεισο. Κατά δεύτερον, νομίζω πως ήταν ένα από τα χειρότερα ταξίδια της ζωής μου, χειρότερο κι από εκείνες τις οικογενειακές διακοπές στον Κότρωνα πριν χρόνια όπου 1. Τρακάραμε 2. Έβρεχε ασταμάτητα 3. Έκανε τόσο κρύο που σκεπαζόμασταν με ό,τι βρίσκαμε 4. Έσπασα τον αστράγαλό μου όταν κουτρουβάλισα τις σκάλες ενός καφενείου στο Γύθειο 5. Ανακάλυψα ότι εκείνη η ελιά στο λαιμό ήταν τελικά καρκίνος. Και όλα αυτά 15αύγουστο. Φυσικά και η Bologna δεν συγκρίνεται με τον Κότρωνα, αλλά η εσάνς απελπισίας που έβγαινε από μέσα μου ήταν η ίδια και στα 2 ταξίδια.

H Bologna, όμως, είναι μια ονειρεμένη πόλη. Αντικειμενικά. Dotta, rossa, grossa χωρίς καμία αμφιβολία. Φθηνή, με υπέροχη μεσαιωνική αρχιτεκτονική, ιδανική για περπάτημα, γεμάτη ποδήλατα, μουσεία, πάρκα και άπειρες αναφορές στο πλούσιο αντιφασιστικό παρελθόν της. Οπότε, τι δεν πήγε καλά σε μία τόσο όμορφη και φιλόξενη πόλη; 

Γκρίνια, μουρμούρα, άγχος, κούραση από την αγωνία, την υγρασία, την ίδια τη ζωή, φόβος, αναποδιές, ασυνεννοησία. Αυτό που έσωσε την κατάσταση 1-2 φορές, ήταν η φωτογραφική μου μηχανή, τα αθλητικά μου παπούτσια και η περιπλάνηση στην πόλη χωρίς gps. Το καλύτερό μου φάρμακο, θα είναι πάντα αυτός ο συνδυασμός.

Ήθελα να μην σηκώνω το τηλέφωνο; Δεν το σήκωνα. Ήθελα να κάτσω σε κάποιο παγκάκι και να διαβάσω ένα άρθρο του New Yorker στο κινητό μου; Καθόμουν. Ήθελα να σταματάω κάθε 2 λεπτά για να τραβήξω φωτογραφία; Σταματούσα. Ήθελα να κάτσω σε κάποιο γραφικό καφέ και να γράψω τις σκέψεις μου; Καθόμουν. Περνούσα τυχαία έξω από κάποιο μουσείο που μου γυάλιζε; Έμπαινα μέσα χωρίς δεύτερη σκέψη. 

Η Bologna μπορεί να είναι η rossa, η turatta, η grossa και η dotta, αλλά είναι και η πιο συλλογικά εγωιστική πόλη που έχω επισκεφτεί: δεν σε αφήνει να τη μοιραστείς με κανέναν γιατί ξέρει ότι εκεί θα ξαναβρείς τον εαυτό που νόμιζες πως είχες χάσει.

Εσύ το ήξερες ότι στη Bologna άνοιξε το πρώτο πανεπιστήμιο της Ευρώπης; Ότι η μεγαλύτερή της εκκλησία του San Petronio στην Piazza Maggiore είναι από τις μεγαλύτερες του κόσμου και δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα; Με μυστικιστικά σύμβολα, ζωδιακά σύμβολα και ηλιακό ρολόι; Ότι στη Bologna υπήρχε και υπάρχει ακόμα μια έντονη και αδιαπραγμάτευτη αριστερή ιδεολογία, με σθεναρή διεκδίκηση δικαιωμάτων και αντιφασιστικών αγώνων; Ότι έχει το πιο ίου μουσείο σύγχρονης τέχνης (εντάξει, γνώμη μου); Ότι έχει τα διάσημα portici, ένα δίκτυο στοών που μετρούν κάτι δεκάδες χιλιόμετρα και μόλις πριν λίγα χρόνια χαρακτηρίστηκαν μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς της Unesco;  Ότι εκεί μπορείς να πιεις 2 καφέδες, 2 νερά frizzante, 2 σάντουιτς και 1 κρουασάν με 11 ευρώ σύνολο; Ή 2 καφέδες, 3 σόδες και 1 aperol spritz με 14 ευρώ; Ότι έχει την πιο όμορφη terracotta στις προσόψεις των κτιρίων της, το θρυλικό Κόκκινο της Bologna, και ένα ξεχασμένο μεσαιωνικό βέλος καρφωμένο ακόμα στο πιο παλιό portico της πόλης;

Eίναι η πόλη που έχει μια ταβέρνα που λέγεται «Η Ταβέρνα των Αμαρτωλών» απέναντι από μια τεράστια εκκλησία, το μπρούτζινο άγαλμα το Lucio Dalla καθισμένο σε ένα παγκάκι στην Πλατεία Cavour για να φωτογραφηθείτε αγκαλιά, την Οδό Κολάσεως όπου μάντρωναν όσους είχαν πανώλη τον Μεσαίωνα, ένα πύργο με μεγαλύτερη κλίση κι απ’ αυτόν της Πίζας. Και τελικά είναι η πόλη που της χρωστάω άλλη μία επίσκεψη, αυτή τη φορά μόνη μου, γιατί η Bologna αυτό που σε μαθαίνει είναι ν’ ακούς το σώμα σου και να πηγαίνεις όπου σε οδηγεί η καρδιά σου.

Η Bologna μπορεί να είναι η rossa, η turatta, η grossa και η dotta, αλλά είναι και η πιο συλλογικά εγωιστική πόλη που έχω επισκεφτεί: δεν σε αφήνει να τη μοιραστείς με κανέναν γιατί ξέρει ότι εκεί θα ξαναβρείς τον εαυτό που νόμιζες πως είχες χάσει.