Ανακαλύπτοντας τον τροχό

Ανακαλύπτοντας τον τροχό

Θυμάμαι να στέκομαι μπροστά στην εσπρεσιέρα και να κοιτάζω επίμονα το μαύρο γυαλιστερό χερούλι που περίμενε να το βγάλω, να το αδειάσω και να το ξαναγεμίσω φρέσκο καφέ. Δεν ξέρω για πόση ώρα κοιταζόμασταν. Κάποια στιγμή κατάφερα να το αδειάσω ρίχνοντας τον παλιό καφέ κατευθείαν στον νεροχύτη. Μου φαινόταν τρομακτικά επίπονη η κίνηση να ανοίξω τον κάδο και να τον πετάξω εκεί. Ίσως έφταιγε η ώρα, ίσως το τηλέφωνο που είχε προηγηθεί, ίσως οι 48 ώρες χωρίς ύπνο. Καφέ πάντως ήπια, κι ας ήταν ακόμα αξημέρωτα.


Θυμάμαι τη γάτα να με κοιτάζει νυσταγμένη και σε πλήρη σύγχυση να πίνω καφέ στο σκοτάδι, ανάβοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Χωρίς χάδια, χωρίς παιχνίδια, χωρίς ραδιόφωνο, χωρίς ρούχα. Σαν να αναρωτιόταν «που είναι η μαμά μου; Ποια είσαι εσύ;» Ούτε που με πλησίασε, απλά καθόταν στα πίσω πόδια πάνω στο χαλάκι της και με κοιτούσε. Μετά από απροσδιόριστη ώρα, της έβαλα να φάει.

Θυμάμαι να κάθομαι στην άκρη του κρεβατιού, μπροστά στην ανοιχτή ντουλάπα και να προσπαθώ να διαλέξω ρούχα. Καμία κίνηση, ούτε καν ένα άπλωμα του χεριού για να ξεχωρίσω τις κρεμάστρες. Πάλι χωρίς χρόνο. Πάλι με τη γάτα να με παρακολουθεί χωρίς ήχο.

Θυμάμαι να στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη. Έβλεπα τη φιγούρα μου όπως ακριβώς ήταν και την προηγούμενη μέρα. Καμία αλλαγή. Κανένα σημάδι. Μαύρη παντελόνα, μαύρο ασιδέρωτο t-shirt, αχτένιστη και ανέκφραστη. Μόνο τα μάτια μου μου φάνηκαν πράσινα και έσκυψα πιο κοντά να δω αν όντως είχαν αλλάξει χρώμα. Δεν είχαν αλλάξει, φυσικά, απλά οι κόρες ήταν τόσο διεσταλμένες σαν δυο μαύρες τρύπες και γύρω-γύρω είχαν ένα σταχτοπράσινο στεφάνι. Επιτέλους μια αλλαγή! Μου φαινόταν αδιανόητο να είχε γυρίσει η ζωή μου τούμπα και να μην υπήρχε έστω και μία ορατή αλλαγή!

Είχα διαλέξει τα ρούχα μου χωρίς καμία απολύτως προσπάθεια. Όλα στον αυτόματο πιλότο. Για να προστατεύσω εμένα από τους άλλους ή τους άλλους από μένα; Φορούσα μια στολή που με έκανε ταυτόχρονα αόρατη και ξεκάθαρα ορατή. Ήταν ένα τεράστιο «μην πλησιάζετε» ή μήπως «προσοχή εύθραυστο»; Μα ήταν ώρα για φιλοσοφίες; Στην τούρλα του Σαββάτου να προσπαθώ να διαλευκάνω το μυστήριο; Μήπως ήμουν η πρώτη που ανακάλυπτα την επίσημη στολή του πένθους; Σίγουρα όχι. Ίσως και γι’ αυτό να ήταν τελικά η πιο απροβλημάτιστη απόφαση που είχα να πάρω τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Κάπως με παρηγορούσε ότι είχα ανακαλύψει την ιδανική κοινωνική πανοπλία για την περίσταση. Κάτι που επιτέλους δεν ζητούσε καμία προσπάθεια, καμία σκέψη. Μια αυτόματη απόφαση που για καιρό δεν θα έκαιγε κανένα εγκεφαλικό μου κύτταρο.

Θυμάμαι πόσο με ξάφνιαζαν οι ήχοι της γειτονιάς. Πόσο αταίριαστοι και ξεκούρδιστοι μου φαίνονταν. Λες κι εκείνη η μέρα έπρεπε να έχει το δικό της soundtrack. Το adagio του Albinoni, ας πούμε. Αντ’ αυτού, ακουγόταν ο μεταλλικός κρότος του σκουπιδιάρικου κάτω στον δρόμο, το γαύγισμα του σκύλου στο απέναντι διαμέρισμα, ο γείτονας στο μπαλκόνι που μίλαγε στο τηλέφωνο και γελούσε. Η κίνηση του δρόμου. Μα που πήγαιναν όλοι αυτοί; Θα έπρεπε όλα να είναι σταματημένα και άηχα σε ένδειξη σεβασμού. Ήθελα να βγω κι εγώ στο μπαλκόνι και να απαιτήσω σιωπή. Λίγη κατανόηση. Δεν έβλεπε κανείς ότι φορούσα τη μαύρη αλάνθαστη στολή μου; Σκάστε όλοι, επιτέλους.

Θυμάμαι το μυαλό μου να είναι τόσο γεμάτο με σκέψεις και εικόνες, που το ένοιωθα κενό. Όπως όταν ακουμπάς το χέρι σου στον πάγο και λίγη ώρα μετά νοιώθεις να καίγεσαι. Μπερδεμένα σήματα που φτάνουν στο εγκέφαλο. Γιατί άραγε; Από τι προσπαθούσα να με γλιτώσω;

Αν κάποιος ζητούσε να του εξηγήσω πως είναι η τρικυμία εν κρανίω, θα του φορούσα ένα κράνος και θα τον άφηνα να μπει μέσα στο δικό μου. Δεν θα του έδινα καμία οδηγία. Καμία κατεύθυνση. Θα τον άφηνα να παλεύει σ’ αυτό το λαβύρινθο με τις αμέτρητες εικόνες, τα λόγια, τις μυρωδιές, τα βλέμματα, τις παγίδες αναμνήσεων να σκάνε από παντού. Βγάλτα πέρα μόνος σου, φίλε. Από μένα μην περιμένεις βοήθεια. Μάθε κολύμπι αν δεν θέλεις να πνιγείς. Όπως κι εγώ.

Η σκληρή αλήθεια ήταν ότι είχαμε κερδίσει τη μάχη αλλά είχαμε χάσει τον πόλεμο. “Όλα πάνε καλά” μας έλεγαν. Που να ξέραμε… Η φιλόλογός μου στο λύκειο θα έλεγε με ενθουσιασμό “να ένα εξαιρετικό παράδειγμα τραγικής ειρωνίας, παιδιά μου”. Κι εγώ, αντί να εκτιμώ τη φιλολογική αρτιότητα της κατάστασης, ένοιωθα μόνο το ασήκωτο βάρος ενός πιάνου που είχε πέσει πάνω μου τόσο ξαφνικά και με είχε διαλύσει μια τόσο ηλιόλουστη μέρα.

Χήρα, ετών 47. Να κάτι που δεν περίμενα από τη ζωή μου.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *