Το Τέλος του Πρώτου Πληθυντικού

Το Τέλος του Πρώτου Πληθυντικού

Ας ξεκινήσουμε με την παραδοχή ότι το πένθος είναι από τη φύση του σουρεαλιστικό. Η ζωή απαιτεί να συνεχίσεις να λειτουργείς ως φυσιολογικός άνθρωπος, την ώρα που μέσα σου έχει συμβεί μια κοσμογονική καταστροφή. Το ενοίκιο πρέπει να πληρωθεί στην ώρα του (το ίδιο και οι λογαριασμοί), το ψυγείο να έχει έστω τα εντελώς απαραίτητα, τα ρούχα να πλυθούν, τα σκουπίδια να πεταχτούν. Μόνο που τώρα υπάρχει ένα μυαλό να τα θυμάται. Ένα πορτοφόλι να τα πληρώνει. Ένα ζευγάρι κλειδιά που ανοίγουν την πόρτα.

Δεν ξέρω ποιο είναι – κι εάν υπάρχει – μυστικό για την επιβίωση μετά την απώλεια. Δυστυχώς, όσο κι αν έχω ψάξει, δεν έχω βρει κάποια μαγική συνταγή που να τα λύνει όλα αυτόματα. Ένα κουμπί, ας πούμε, που να το πατάς και να γίνονται όλα πάλι κανονικά. Να σβήνουν τραυματικές εικόνες απ’ τη μνήμη μας, ακόμα και να επιστρέφουν οι πεθαμένοι.

Αλήθεια, τι σημαίνει αυτό το “κανονικά”; Πως προσδιορίζεται; Συνοψίζεται στη φράση “και η ζωή συνεχίζεται”; Ποιανού; Του πεθαμένου σίγουρα όχι. Μήπως τότε αυτών που μένουν πίσω συντετριμμένοι; Και τι πενθούμε άραγε περισσότερο; Αυτόν που πέθανε ή το κομμάτι του εαυτού μας που χάθηκε μαζί του για πάντα; Και τι κανονικό υπάρχει στη συλλογή εγγράφων, πιστοποιητικών θανάτου και εγγυτέρων συγγενών, στο ψάξιμο τραπεζικών λογαριασμών, ανοιχτών δανείων και χρεών;

Υπάρχει κάτι το ηδονοβλεπτικό στη διεκπεραίωση των υποθέσεων του πεθαμένου. H γραφειοκρατία του θανάτου προϋποθέτει ένα ψαχούλεμα στα άδυτα των προσωπικών του εγγράφων, σημειώσεων, φωτογραφιών, email και μηνυμάτων. Αυτή η αναγκαστική εισβολή στην ιδιωτικότητα του άλλου χωρίς να μπορεί να υπερασπιστεί επιλογές, λάθη και μυστικά. Χωρίς να μπορεί να δεχτεί και να απαντήσει ερωτήσεις ή να δικαιολογήσει πράξεις. Μια ιδιωτικότητα που πεθαίνει μαζί με τον ιδιοκτήτη της. Ανοίγουμε κάθε συρτάρι προετοιμασμένοι να βγουν φίδια, και όσα βρίσκουμε είτε επιβεβαιώνουν τον άνθρωπο που γνωρίζαμε είτε μας αναγκάζουν να συστηθούμε μαζί του από την αρχή.

Αρχή και τέλος. Όλα έχουν να κάνουν με το χρόνο. Από τον φυσικό χρόνο μέχρι τον χρόνο των ρημάτων που αλλάζουν σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Είναι – ήταν. Ζει – ζούσε. Χρόνοι που διαγράφονται, όπως ο ενεστώτας και ο μέλλοντας. Ο ενεστώτας πια ισχύει μόνο για έναν. Πάει, τέλος το εμείς. Το εμείς πέρασε στο παρελθόν για πάντα, κι αυτό δεν χωνεύεται εύκολα. Το “εμείς θα παντρευτούμε” έγινε “εγώ κήδεψα”. Το “εμείς θα πάμε ταξίδι του μέλιτος” έγινε “εγώ ακυρώνω τα εισιτήρια”. Από τη μια μέρα στην άλλη, αλλάζει ο χρόνος, η κλίση, η αντωνυμία και η ίδια η ζωή όπως την ξέραμε.

Αποζητούμε την κανονικότητα με την ελπίδα ότι θα μας παρηγορήσει, ότι θα μας σπρώξει προς τα εμπρός, σε χρόνο μέλλοντα. Τη ζωή όπως ήταν, δηλαδή; Αυτό δεν γίνεται, τουλάχιστον όχι όπως αντιλαμβανόμαστε εμείς οι ζωντανοί τη γραμμικότητα του χρόνου. Δεν υπάρχει επιστροφή σε μια ζωή από την οποία λείπει ένας από τους δύο ανθρώπους που τη δημιούργησαν. Μιλάμε για μία άλλη πραγματικότητα, κάτι που ίσως μελλοντικά γίνει η νέα μας κανονικότητα. Δηλαδή, τι; Επιστροφή στις υποχρεώσεις, στη δουλειά, στην καθημερινότητα; Νέες συνήθειες, νέες αυτόματες κινήσεις. Ακόμα κι έτσι, όμως, καμία επιστροφή δεν υπάρχει. Όλα είναι διαφορετικά. Όλα μηδενίζονται και πρέπει να ξεκινήσουν από την αρχή, με τη διαφορά ότι κουβαλούν ένα ανεξίτηλο παρελθόν.

Στην πραγματικότητα, εμείς οι πενθούντες βρισκόμαστε σε μια κατάσταση limbo. Μέχρι να δημιουργηθούν νέες συνάψεις, μέχρι ο εγκέφαλος να χαρτογραφήσει την καινούργια πραγματικότητα, μέχρι το σώμα να ξεμάθει να στρώνει τραπέζι για δύο, να απλώνει το χέρι στο άδειο μαξιλάρι, να στέλνει «σ’ αγαπώ» σε έναν αριθμό που δεν θα απαντήσει ποτέ. Μέχρι το σώμα να μάθει να ζει στον ενικό.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *