Είναι εντυπωσιακό το πόσο στρεβλή εικόνα έχουν κάποιοι Ασιάτες για το Παρίσι. Ειδικά οι Γιαπωνέζες κοντά στην τηλεοπτική ηλικία της Carrie του Sex and the City (του παλιού, του ορθόδοξου) και της Emily του Emily in Paris, πιστεύουν ακράδαντα ότι όλα τα IT girls ντύνονται σαν κι αυτές: κυκλοφορούν με τούλινες φούστες, μοδάτα T-shirts και – απαραιτήτως – μια τεράστια ανθοδέσμη που περιφέρουν στην πιο hype πλευρά του Παρισιού μέχρι να μαραθεί. Έτσι, χωρίς κανέναν απολύτως πρακτικό λόγο.
Συνήθως, κάποιος καταγράφει όλο αυτό το σκηνικό, απαθανατίζοντάς τες σε ρομαντικές πόζες στα πιο τουριστικά highlights: στο Pont des Arts με τα βαποράκια να περνούν στο ηλιοβασίλεμα, στο Trocadero με φόντο τον Πύργο του Άιφελ, στο τεράστιο ρολόι του Musee d’Orsay ή στη μικρή «πλατεία της Emily» (η οποία βρίσκεται στο Quartier Latin και ονομάζεται Place de l’Estrapade). Ο στόχος τους δεν είναι ν’ ανακαλύψουν μια διαφορετική πόλη (που κατά 99% έχουν χρυσοπληρώσει), αλλά να ζήσουν το όνειρό τους. Να επιβεβαιώσουν ότι η πλειοψηφία των Παριζιάνων ζει ακριβώς έτσι: πλούσια, ανέμελα, ρομαντικά. Δηλαδή, όπως πιστεύουμε λίγο-πολύ όλοι όσοι επισκεπτόμαστε το Παρίσι για πρώτη φορά. Τι γίνεται, όμως, όταν το όνειρο απέχει έτη φωτός απ’ την πραγματικότητα;
Το “κρακ” της απογοήτευσης που σπάει μέσα τους είναι εκκωφαντικό. Το χάσμα ανάμεσα στην προσδοκία και την πραγματικότητα, είναι ασύλληπτα επίπονο. (Είναι σαν να πηγαίνουμε εμείς στην Οζάκα και να μην φοράνε όλες οι γυναίκες κιμονό και να μην κρατάνε όλοι οι άντρες από μία κατάνα.) Τόσο επίπονο που έγινε και σύνδρομο: The Paris Syndrome, σχεδόν αποκλειστικά για τους Ιάπωνες τουρίστες. Με συμπτώματα όπως βαθιά απογοήτευση, κατάθλιψη, παραισθήσεις, μανία καταδίωξης, έντονο άγχος και μία ποικιλία ψυχοσωματικών, κάποιοι έχει χρειαστεί να νοσηλευτούν ή ακόμα και να επαναπατριστούν κακήν κακώς από την πρεσβεία τους στο Παρίσι. Γιατί μοιάζει αδιανόητο να διαφέρει τόσο πολύ το Παρισάκι από την πολύχρωμη φούσκα της pop κουλτούρας. Πως είναι δυνατόν το τόσο λαμπερό Trocadero των ταινιών, των σειρών και των βίντεο στο tiktok να είναι τελικά τόσο βρώμικο και γεμάτο τύπους που θέλουν να σε κλέψουν με αφορμή μια φωτογραφία; Πως είναι δυνατόν να μην σε περιμένουν όλοι με ανοιχτές αγκάλες σε καφέ και εστιατόρια, όπως την Emily όταν πρωτοπάτησε το πόδι της στο Παρίσι;
Πως είναι δυνατόν να μην σε περιμένουν όλοι με ανοιχτές αγκάλες σε καφέ και εστιατόρια, όπως την Emily όταν πρωτοπάτησε το πόδι της στο Παρίσι;
Για να μην τα ρίχνουμε όλα στο Παρίσι, υπάρχουν κι άλλες πόλεις με δικό τους ψυχιατρικό φάκελο. Η Ιερουσαλήμ, για παράδειγμα, με τον βαθιά θρησκευτικό συμβολισμό της, έχει εμπνεύσει το Jerusalem Syndrome – τόσο ιδιαίτερο που διακρίνεται πλέον σε 3 Στάδια. Κάθε χρόνο καταγράφονται περιστατικά επισκεπτών, από όλες τις θρησκείες, που όσο βρίσκονται εκεί πιστεύουν ακράδαντα ότι είναι οι νέοι Μεσσίες ή άλλα βιβλικά πρόσωπα. Κυκλοφορούν ξυπόλητοι με μανδύες, κάνουν προφητείες, διαλαλούν τον λόγο τους στους δρόμους της πόλης και κάποιοι απ’ αυτούς καταλήγουν με ψύχωση στο ψυχιατρικό τμήμα των επειγόντων.
Στη Φλωρεντία, πάλι, η ομορφιά μπορεί κυριολεκτικά να σε σκοτώσει. Το Stendhal Syndrome (ή Florence Syndrome) χαρακτηρίζεται από ξαφνική ζάλη, αυξημένους παλμούς και λιποθυμικά επεισόδια στη θέα κάποιου αριστουργήματος της τέχνης. Το 2018, μάλιστα, καταγράφηκε ο θάνατος ενός άνδρα από ανακοπή μπροστά στη Γέννηση της Αφροδίτης του Μποτιτσέλι. Μεταξύ μας, έχει κάτι πολύ ρομαντικό ο θάνατος από ομορφιά.
Τιμής ένεκεν να αναφέρω και το πιο αγαπημένο μου σύνδρομο, που δεν είναι επίσημα καταγεγραμμένο στους ψυχιατρικούς καταλόγους: το Eat Pray Love Syndrome. Είναι αυτή η κατάσταση που μας κυριεύει τουλάχιστον για 1 φορά στη ζωή μας, η πεποίθηση ότι κάποιο ταξίδι θα μας αλλάξει τη ζωή. Ότι θα επιστρέψουμε καλύτεροι, σοφότεροι, πιο ζεν, με λυμένα όλα τα προβλήματα και ένα συμβόλαιο να μας περιμένει για να δημοσιεύσουμε τα απομνημονεύματά μας (αυτό το τελευταίο είναι και δική μου φαντασίωση, όπως της Julia Roberts στην ομώνυμη ταινία).
Στα δικά μας τώρα, η Αθήνα μπορεί να μην έχει το δικό της σύνδρομο αλλά σίγουρα έχει να διαχειριστεί τις δικές της ψευδαισθήσεις. Ότι, για παράδειγμα, νεαρές τουρίστριες μπορούν να μεταμορφωθούν σε Αρχαίες Ελληνίδες Θεές. Φορώντας μικρά άσπρα χυτά φορέματα, ένα χρυσό στεφάνι στα μαλλιά και ένα βραχιόλι με μαιάνδρους στο μπράτσο, αναπαράγουν το δικό τους όνειρο, την ψευδαίσθηση που έχει γεννήσει η Τροία του Petersen, ο Χέρκουλες της Disney, η τηλεοπτική Ζήνα-Καλινότσες και σε λίγο η Οδύσσεια του Νόλαν. Χαμός για την καλύτερη πόζα στην ταράτσα του Μουσείου της Ακρόπολης, στον Παρθενώνα και στο Μοναστηράκι δίπλα στα σουβλάκια του Μπαϊρακτάρη. Αλλά μήπως και το Λονδίνο του Guy Ritchie, η Βαρκελώνη του Gaudí, το Ντουμπρόβνικ του Game of Thrones, η Ρώμη του Φελίνι και του Σορεντίνο, δεν κουβαλούν κι αυτές τις δικές τους ψευδαισθήσεις;
Στα σύνδρομα αυτά – επίσημα ή ανεπίσημα – υπάρχει ένα κοινό μοτίβο. Ουσιαστικά αφορούν πόλεις και πολυδιαφημισμένους τουριστικούς προορισμούς πάνω στους οποίους προβάλλουμε τις βαθύτερες φαντασιώσεις μας και τα πιο τρεντι κλισέ της pop κουλτούρας. Δεν ξεφύτρωσαν, δηλαδή, έτσι ξαφνικά. Καταναλώνουμε τεράστιες ποσότητες από ταινίες, σειρές, βιντεάκια στο tiktok και instagram stories με τέτοια ταχύτητα, που το όριο μεταξύ πραγματικότητας και παραμυθιάσματος διακρίνεται όλο και δυσκολότερα. Μπορούμε, δηλαδή, να πούμε με κάποια σιγουριά ότι κάποιο πολιτισμικό σοκ είναι εντελώς αναπόφευκτο.
Η pop κουλτούρα στην πραγματικότητα πουλάει ολόκληρα πακέτα life style. Η Bradshaw δεν είναι ένας τυχαίος τηλεοπτικός χαρακτήρας, αλλά το manual για το πως να ζήσεις, να ντυθείς, να παρτάρεις και να ερωτευτείς στη Νέα Υόρκη. Πως να προσγειωθείς ένα βράδυ στο πιο-ρομαντικό-πεθαίνεις σημείο του Παρισιού πανέμορφη, ξεκούραστη, ντυμένη και χτενισμένη στην τρίχα και να σε περιμένει ο επίσης καλοντυμένος, πάρα πολύ πλούσιος, πανέμορφος Mr Big για να ζήσετε τον έρωτά σας.
Μεταξύ μας, όλοι «αγοράζουμε» κάποιο όνειρο/φαντασίωση. Και το αναπαράγουμε. Και έτσι δημιουργείται ένα φαύλος κύκλος: η φαντασίωση γίνεται viral, οι τουρίστες ψάχνουν με μανία τα «5 hot spots που δεν πρέπει να χάσεις», οι influencers την ενισχύουν για τα views και τελικά αυτή η Αγία Εικόνα γεμίζει τις οθόνες μας με περισσότερα trends. Έτσι δημιουργούνται και αναπαράγονται οι μύθοι, έτσι διαμορφώνονται οι προσδοκίες, έτσι φτάνουμε να συλλέγουμε σύνδρομα του ανεκπλήρωτου (σαν να μην μας έφταναν τα δικά μας).
Όταν επισκεφτήκαμε με τον άντρα μου το Musee d’ Orsay το 2024, ένα ζευγάρι ασιατικής καταγωγής, ντυμένο στην τρίχα αλά Sex and the City και με αψεγάδιαστη επιδερμίδα, έκανε 20 ολόκληρα λεπτά να τραβήξει ο ένας τον άλλον μια κοινά αποδεκτή φωτογραφία. Ανφάς, προφίλ, με την πλάτη γυρισμένη στην κάμερα, με την πλάτη γυρισμένη σε κάποιο πίνακα του Manet, κοιτάζοντας μια το φακό και μία το υπερπέραν εντελώς ακίνητοι. Τους ονομάσαμε “Οι Στοχαστές του Musee d’ Orsay”. Όποιος κρατούσε την κάμερα πλησίαζε και απομακρυνόταν από το «μοντέλο» με κινήσεις μεγάλου auteur. Στόχος του ήταν να καταγράψει το ιδανικό πλάνο: με την ιδανική ταχύτητα, το ιδανικό φως και την ιδανική οπτική γωνία. Τόσο ιδανικά όλα, ώστε να πιάσει και τα ιδανικά views στο tiktok. Δεν είχα νοιώσει έτσι ούτε σε κινηματογραφικό πλατό, κι έχω βρεθεί σε αρκετά. Είχα εντυπωσιαστεί με την προσήλωση στον στόχο τους: να αναπαράξουν οπωσδήποτε και με κάθε κόστος το πρότυπο του πετυχημένου, πανέμορφου, αψεγάδιαστου ζευγαριού, που ταιριάζει γάντι στη φήμη αυτής της πόλης. Εμείς πάλι, στο άλλο άκρο και παντοτινοί υποστηρικτές του travel light, αλλωνίζαμε τα μουσεία και τις πλατείες με φόρμες, φαρδιές παντελόνες και αθλητικά παπούτσια.
Μήπως, τελικά, αυτό που αξίζει περισσότερο όταν ταξιδεύουμε είναι ακριβώς αυτό; Η απρόσμενα χαοτική αίσθηση της ανακάλυψης;
Θα μου πειτε τώρα, κάτσε ρε συ, δεν είναι όλα έτσι. Και θα συμφωνήσω. Το άφθονο υλικό που κυκλοφορεί εκεί έξω, περιλαμβάνει και κάποιες πολύ χρήσιμες οδηγίες, που ειδικά εάν έρχεσαι από άλλη Ήπειρο, είναι σχεδόν ζωτικής σημασίας. Έλα, όμως, που συνήθως τα χρήσιμα δεν τρεντάρουν… Ας πάρουμε για παράδειγμα αυτό: σ’ ένα facebook group από τα διάφορα που υπάρχουν για ανταλλαγή διάφορων tips για την Αθήνα, κάποια ανώνυμη τουρίστρια αναρωτήθηκε αρκετά ενοχλημένη, γιατί δεν την άφησαν ν’ ανέβει στην Ακρόπολη με τα πανάκριβα σανδάλια της με τακούνι-στιλέτο. Οι περισσότεροι – επίσης τουρίστες – που μπήκαν στο κόπο να της απαντήσουν, την προέτρεπαν την επόμενη φορά ν’ ανέβει με το ασανσέρ, κάτι που προσωπικά με γονάτισε γιατί 9 στις 10 φορές είναι εκτός λειτουργίας. Κάποιοι άλλοι – κι αυτοί τουρίστες – της θύμισαν ότι τα «σκαλοπάτια» είναι τόσο φθαρμένα που το ανέβασμά τους με τακούνια και μαλιστα στιλέτο, δεν θα πήγαινε καλά ούτε για εκείνη, ούτε και για τα αρχαία μάρμαρα. Ένας (1) μόνο – ντόπιος – της απάντησε ότι αντί να προβληματίζεται για το πως θ’ ανέβει, καλύτερα να την προβληματίζει το πότε πρέπει ν’ ανέβει για να μην ψηθεί από τους 40 βαθμούς υπό σκιά. Κι αυτή είναι μια πολύ σοβαρή και αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Για πόσα χρόνια ακόμα θα βρίσκουν οι τουρίστες ρομαντική μια επίσκεψη στον Παρθενώνα στους 45 βαθμούς;
Ίσως, τελικά, το πιο αθεράπευτο σύνδρομο, αυτό που δεν θα καταφέρουμε να ξεριζώσουμε ποτέ από μέσα μας, είναι αυτό της Προσδοκίας: η μανία μας να πιστεύουμε ότι οι πόλεις θα μας περιμένουν έτοιμες, φωτισμένες, υπέροχα κινηματογραφικές, σαν σκηνικά ταινίας του Γούντι Άλλεν, ακριβώς όπως τις έχουμε κατασκευάσει στο μυαλό μας. Ακριβώς όπως μας τις σερβίρουν. Πόλεις-Disneyland.
Κι όμως, ακόμα κι αν ζούμε σε ένα διάσημο αστικό κέντρο όπως η Αθήνα, όταν γινομαστε τουρίστες ξεχνάμε ότι όλες οι πόλεις είναι ζωντανές, αντιφατικές, απρόβλεπτες. Μας μαγεύουν, μας κουράζουν, μας συγκινούν και μας απογοητεύουν ταυτόχρονα. Και ίσως εκεί να κρύβεται όλη η γοητεία τους. Στην απόσταση ανάμεσα σε αυτό που φανταστήκαμε και σε αυτό που τελικά είναι. Στο ονειρικό και το πραγματικό. Μήπως, λοιπόν, αυτό που αξίζει περισσότερο όταν ταξιδεύουμε, είναι ακριβώς αυτό; Η απρόσμενα χαοτική αίσθηση της ανακάλυψης της εντελώς πραγματικής πλευράς μιας πόλης;



